Ξάνθη, 23 Σεπτεμβρίου 2019

Αρ. Πρωτ : 215 /2019

ΠΡΟΣ

1) Μέλη Σ.Κ.Α. Ξάνθης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

ΘΕΜΑ : «Υποχρέωση εκτέλεσης ή μη, μιας παράνομης διαταγής»

Επειδή πληθαίνουν τα ερωτήματα των μελών μας για το αν υποχρεούνται ή όχι να εκτελέσουν μια παράνομη διαταγή εμείς, ως Συνδικαλιστική Κίνηση Αστυνομικών Ξάνθης, αφού αναζητήσαμε περαιτέρω για το θέμα, σας γνωρίζουμε τα κάτωθι:

Α). Η προσταγή (ή αλλιώς ιεραρχική προσταγή, διαταγή), ρυθμίζεται στον Ποινικό Κώδικα (Νόμος 4619/2019) και συγκεκριμένα στο άρθρο 21, του Γενικού Μέρους, το οποίο προβλέπει τα εξής:

  1. Δεν είναι άδικη η πράξη την οποία κάποιος επιχειρεί για να εκτελέσει προσταγή που του έδωσε, σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, η αρμόδια αρχή, αν ο νόμος δεν επιτρέπει στον αποδέκτη της προσταγής να εξετάσει αν είναι νόμιμη ή όχι. Στην περίπτωση αυτή ως αυτουργός τιμωρείται εκείνος που έδωσε την προσταγή.
  2. Η διάταξη δεν εφαρμόζεται αν η προσταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη.

Β). Κατά τον Παναγιώτη Δ. Ραφτόπουλο (επίτιμο αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας και καθηγητή των αστυνομικών σχολών) ορίζεται ως προσταγή: «η προφορική ή έγγραφη διαταγή κάποιας αρχής ή προϊσταμένου η οποία (διαταγή) απευθύνεται προς ιεραρχικώς υφισταμένους (αρχή ή υπάλληλο) για να την εκτελέσουν. Η διαταγή αυτή αφορά ορισμένη υπηρεσιακή ενέργεια ή παράλειψη». Από την ανωτέρω εννοιολογική προσέγγιση προκύπτει ότι η απλή συμβουλή, παραίνεση ή υπόδειξη του προϊσταμένου δεν συνιστούν προσταγή (διαταγή). Οι οδηγίες όμως των προϊσταμένων πρέπει να θεωρηθούν προσταγές.

Γ). Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν την σύσταση και λειτουργία του Σώματος της Ελληνικής Αστυνομίας, αυτή αποτελεί «ιδιαίτερο ένοπλο σώμα Ασφαλείας» και το αστυνομικό προσωπικό της διέπεται από «ιδιαίτερη ιεραρχία, αντίστοιχη της στρατιωτικής» (αρθ. 9 Ν. 2800/2000).

Δ). Μέσα στις γενικές υποχρεώσεις των αστυνομικών είναι «να εκτελούν πιστά τις διαταγές των ανωτέρων τους, που δίδονται κατά τους νόμιμους τύπους, ευθυνόμενοι για την μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεσή τους», «να τηρούν τους νόμους του Κράτους», «να εφαρμόζουν τις κάθε φορά ισχύουσες διατάξεις που ανάγονται στην αρμοδιότητά τους» (αρθ. 3 Π.Δ. 538/1989 οπ. τροπ. και ισχύει).

Ε). Περαιτέρω, σύμφωνα με αρθ. 2 Π.Δ. 120/2008:

Οι αστυνομικοί οφείλουν «ευσυνείδητη, πρόθυμη και χωρίς αντιρρήσεις υπακοή» στους ανωτέρους τους καθώς και άμεση εκτέλεση των διαταγών τους, οι οποίες αφορούν στην εφαρμογή των νόμων, των κανονισμών και των διαταγών της υπηρεσίας. Οι διαταγές αυτές πρέπει να είναι «νόμιμες, σαφείς, οριστικές και διατυπωμένες με σαφήνεια και σοβαρότητα». Υπακοή στις εν λόγω προσταγές, οφείλουν όχι μόνο οι ιεραρχικώς κατώτεροι αποδέκτες τους, αλλά και οι ομοιόβαθμοι, έναντι του αρχαιότερου, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι υπάρχει μεταξύ τους διοικητική υπαγωγή ή τουλάχιστον από κοινού ενέργεια κατά την εκτέλεση υπηρεσίας.

«Ο ανώτερος είναι υπεύθυνος για τις συνέπειες της διαταγής του ο δε κατώτερος υποχρεούται να εκτελεί με ακρίβεια τη διαταγή που έλαβε και είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση της και για τις συνέπειες της μη εκτέλεσης της. Ο κατώτερος δικαιούται να τύχει ακρόασης και να υποβάλει τα παράπονα του, αφού εκτελέσει τη διαταγή».

«Αν ο αστυνομικός λάβει διαταγή, την οποία θεωρεί παράνομη, οφείλει να την εκτελέσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, υποχρεούται όμως προηγουμένως να αναφέρει εγγράφως την αντίρρησή του αυτή. Σε περίπτωση που συντρέχει κατεπείγουσα ανάγκη, τότε γίνεται δεκτό ότι αρκεί και προφορική υποβολή της σχετικής αναφοράς, η οποία θα υποβληθεί εγγράφως εκ των υστέρων». Σε κάθε περίπτωση πάντως, «η εκτέλεση της διαταγής, δεν καθιστά νόμιμη τη διαταγή αυτή», εκ του ότι δηλαδή ο κατώτερος οφείλει να υπακούσει σε αυτήν.

ΣΤ). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 46 του Π.Δ. 141/1991 οπ. τροπ. και ισχύει: «ο αστυνομικός έχει δικαίωμα να υποβάλλει προφορικά ή γραπτά τα παράπονά του, αν με διαταγή, του επιβάλλονται υποχρεώσεις που δεν προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις και δεν ανάγονται στην αποστολή της Υπηρεσίας ή του αφαιρούνται αναγνωρισμένα δικαιώματα. Σε αυτή την περίπτωση ο παραπονούμενος οφείλει να υπακούσει στη διαταγή, διαφορετικά τα παράπονα του είναι απαράδεκτα»

Ζ). Συμπερασματικά:

1). Ο αστυνομικός, όταν δέχεται μια διαταγή, είναι πάντοτε υποχρεωμένος να εξετάζει την τυπική της νομιμότητα, ενώ δεν δικαιούται πάντοτε να εξετάσει την ουσιαστική νομιμότητα της προσταγής.

2). Υποχρέωση υπακοής του υφισταμένου αστυνομικού δεν προβλέπεται για διαταγές με ασαφές ή απρεπές περιεχόμενο, οι οποίες και θεωρούνται τυπικά παράνομες, αλλά ούτε και για διαταγές εξωυπηρεσιακού χαρακτήρα. Επιπλέον δεν υποχρεούται να υπακούσει σε διαταγές που δεν είναι μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του και στον κύκλο της καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητάς του, διότι τότε η δοθείσα προσταγή, θεωρείται ότι είναι τυπικά παράνομη.

3). Ο αστυνομικός οφείλει να εκτελέσει μια ουσιαστικά παράνομη διαταγή, συντάσσοντας έπειτα σχετική αναφορά. Σ’ αυτή την περίπτωση δε διαπράττει έγκλημα, επομένως την ευθύνη για την πράξη του, την φέρει εκείνος που τον διέταξε (προϊστάμενός του). Αίρεται δηλαδή ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων / παραλείψεών του.

  • 3α). Ωστόσο, δεν μπορεί να είναι ποτέ δεσμευτική, μια προσταγή, η οποία αν και τυπικά νόμιμη, έρχεται εντούτοις σε αντίθεση με το Σύνταγμα ή με διάταξη νόμου που ρητά αποκλείει τη δεσμευτικότητά της. Παραδείγματα για την κατηγορία αυτή αποτελούν οι προσταγές που διατάσσουν υφισταμένους, να προβούν στην κατάλυση του πολιτεύματος, σε γενική δήμευση περιουσιών πολιτών ή στην τέλεση βασανιστηρίων, σωματικών κακώσεων, βλάβης υγείας ή άσκησης ψυχολογικής βίας και άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Επίσης δεν έχουν (ουσιαστική) δεσμευτικότητα, προσταγές, το περιεχόμενο των οποίων είναι ευθέως εγκληματικό, όπως επίσης και προσταγές που είναι προδήλως / προφανώς παράνομες στην ουσία τους (π.χ. διαταγή αξιωματικού της Ελληνικής Αστυνομίας, προς υφισταμένους του αστυνομικούς, να πυροβολούν κατά άοπλου πλήθους ή και κατά των όσων ατόμων εμφανίζονται στους εξώστες των γύρω πολυκατοικιών).

4). Σε τυπικά παράνομες διαταγές, να μην έχουν δοθεί δηλαδή σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους (π.χ. ένταλμα σύλληψης που δεν έχει όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος, όπως υπογραφή, σφραγίδα, αριθμό, χρονολογία κ.α), οφείλει ο αστυνομικός να μην προβεί στην εκτέλεσή της. Αν προχωρήσει στην εκτέλεση μιας, τυπικά παράνομης, προσταγής, τότε το άδικο της πράξης (ή παράλειψης) στην οποία προέβη, σε εκτέλεση της προσταγής, δεν αίρεται και υπέχει πλήρη ευθύνη, ως φυσικός αυτουργός. Ο προϊστάμενός του θα ευθύνεται κι αυτός με τη σειρά του, αλλά ως ηθικός αυτουργός.

Η). Τέλος, σας προτρέπουμε, τις αναφορές που θα υποβάλετε, σε συντρέχουσα περίπτωση, να κοινοποιείτε στην Ένωση για δικές μας περαιτέρω ενέργειες.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ: ΓΟΥΝΑΡΙΔΗΣ Νικόλαος

Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: ΔΡΟΣΙΔΗΣ Παναγιώτης

 

{πηγές: Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019), Παναγιώτης Δ. Ραφτόπουλος (Ποινικό Δίκαιο, Γενικό μέρος), διπλωματική εργασία για το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο του κ. ΖΑΛΑΜΗΤΣΟΥ Μηνά του Τμήματος Νομικής του ΑΠΘ, Π.Δ. 120/20018 (Πειθαρχικό δίκαιο αστυνομικού προσωπικού), Ν. 2800/2000 (Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υ.Δ.Τ. – σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας), Π.Δ. 141/1991 (Αρμοδιότητες οργάνων και υπηρεσιακές ενέργειες του προσωπικού ΥΔΤ), Π.Δ. 538/1989 (Υποχρεώσεις και δικαιώματα του αστυνομικού προσωπικού ΥΔΤ)}

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *